συνδιάγω

συνδιάγω
αμετ. проводить время вместе

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "συνδιάγω" в других словарях:

  • συνδιάγω — go through together pres subj act 1st sg συνδιάγω go through together pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνδιάγω — Α [διάγω] 1. περνώ την ημέρα μου μαζί με άλλον 2. περνώ τη ζωή μου με κάποιον …   Dictionary of Greek

  • συνδιαγόντων — συνδιάγω go through together pres part act masc/neut gen pl συνδιάγω go through together pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνδιάγει — συνδιάγω go through together pres ind mp 2nd sg συνδιάγω go through together pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνδιάγοντα — συνδιάγω go through together pres part act neut nom/voc/acc pl συνδιάγω go through together pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνδιάγουσι — συνδιάγω go through together pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συνδιάγω go through together pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνδιάγουσιν — συνδιάγω go through together pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συνδιάγω go through together pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνδιάξεις — συνδιάγω go through together aor subj act 2nd sg (epic) συνδιάγω go through together fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνδιάξοντα — συνδιάγω go through together fut part act neut nom/voc/acc pl συνδιάγω go through together fut part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνδιῆγον — συνδιάγω go through together imperf ind act 3rd pl (attic epic ionic) συνδιάγω go through together imperf ind act 1st sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνδιῆξεν — συνδιάγω go through together aor ind act 3rd sg (attic epic ionic) συνδιάγω go through together aor ind act 3rd sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»